Sunday, 29 March 2026

Αν μου ζητούσαν...

 

Αν μου ζητούσαν να γράψω ποια είναι η μεγαλύτερη ανησυχία μου αυτή τη στιγμή, ή αυτή τη περίοδο, θα τους έλεγα πως δεν ανησυχώ. Όχι γιατί δεν έχω ανησυχίες, ούτε επειδή πιστεύω πως οτιδήποτε γίνεται είναι μοιραίο κι αναπόφευκτο. Τίποτα απ' τα δύο δεν ισχύει. Είναι γιατί δεν βρίσκω τίποτα βαθύ ή αξιόλογο στην έννοια της ανησυχίας. Μόνο μικρότητα. Μπορείς να επιλέξεις να είσαι αυτός/η που ανησυχεί, σαφώς και κατανοώ ότι είναι ανθρώπινο, φυσιολογικό και σε κάθε περίπτωση, μια ένδειξη ευφυίας. Αυτό γιατί κι η ανησυχία, είναι σημάδι προόδου στον άνθρωπο. Πόσοι πριν αφήσουν το στίγμα τους πάνω στον κόσμο δεν πέρασαν μέσα απ' το σκοτάδι του φόβου και της αμφιβολίας για τον εαυτό? Ωστόσο, δεν είναι για όλους τους ανθρώπους σημαντικό να αφήσουν πίσω τους κάτι για να τους θυμούνται. Δεν θέλουν όλοι να γίνουν φως. Κάποιοι, θέλουν να ξεχαστούν, νιώθουν άνετα στα μέρη όπου κυριαρχεί η σιωπή, καμιά φορά και το σκοτάδι, είναι συμφιλιωμένοι προ πολλού με την ιδέα του θανάτου και του τέλους και δεν προσμένουν επανάσταση, δικαιοσύνη ή αλλαγή. Φανταστείτε τους σαν φυλλοβόλα δέντρα με βαθιές, πολύ βαθιές ρίζες, με πυκνές φυλλωσιές, μα άλλοτε γυμνά. Στέκουν στο ίδιο σημείο για αιώνες, δεν πάνε πουθενά. Τα κρατάνε οι ρίζες. Τα λυγίζει ο αέρας. Τα σπάει η παγωνιά. Αν μια πυρκαγιά τα κάψει, δεν φωνάζουν, ούτε καίγονται μόνα τους ποτέ. Θα πάρουν κι άλλα μαζί τους, θα καταστραφούν και την ίδια στιγμή θα καταστρέψουν. Άθελά τους, φυσικά. Ύστερα, αν γλιτώσει κατά τύχη κανένας σπόρος, σ' έδαφος υγρό θα φυτρώσει και πάλι, όμως χωρίς βιασύνη, ή ανησυχία για το τι θα απογίνει. Απλώς θα ξεκινήσει να υπάρχει χωρίς να καταλαβαίνει πώς ή γιατί και θα πάψει να υπάρχει μια μέρα πάλι κατά τον ίδιο τρόπο. Ποιο δέντρο, ή φυτό που φύτρωσε στη γη είδατε ποτέ ν' ανησυχεί για το τι θ' απογίνει μετά? Μόνο οι άνθρωποι το κάνουμε αυτό, καθισμένοι στη σκιά τους, ή πάνω στα κλαδιά τους, με ήλιο, με βροχή, κλαίγοντας ή γελώντας, αναλογιζόμαστε πάντα «και αν..?». Μα το δέντρο δεν αναλογίζεται τίποτα απ' αυτά. Το δέντρο βρίσκεται εκεί, μέχρι μια μέρα να μην βρίσκεται πια. Τότε οι άνθρωποι καταλαβαίνουν, πως η ανησυχία τους, ήταν το μικρότερο πράγμα που υπήρχε. Ένας κόκκος άμμου στην έρημο, ένα ξερό φύλλο στον αέρα, μια σταγόνα στα άγρια κύματα. Το μεγάλο, που έβγαλε ρίζες μέσα τους, ήταν εκείνες οι στιγμές, παρέα με το δέντρο.

Sunday, 22 March 2026

Ο κοσμος...

Ο κόσμος αυτός, αλλάζει δέρμα. Προχωράμε ανάμεσα σε σκελετούς ανθρώπων και δεινοσαύρων, μέσα από ερήμους. Ο ήλιος βουλιάζει, τα βήματά μας κουρασμένα κι ο ορίζοντας μια απέραντη θάλασσα από ηλιοτρόπια. Τα παιδιά ανεβαίνουν με λερωμένες μπότες στους τοίχους, άλλα κοιτούν τη Δύση, άλλα την Ανατολή. Μέσα στις πέτρες, φυτρώνουν μούρα και φράουλες. Στον αέρα χορεύουν κυκλάμινα, φασκόμηλο κι ανεμώνες. Τα φίδια σέρνονται στην καυτή άσφαλτο κι αφήνουν το παλιό τους δέρμα να χαθεί στην σκιά των πεύκων. Το φίδι που θα εξαφανίσει το είδος μας κοιμάται εκεί. Οι πρώτες σταγόνες πέφτουν δειλά απ' τον συννεφιασμένο ουρανό. Ύστερα γίνονται πιο παχιές, σκάνε στα παρμπριζ των αυτοκινήτων σαν σπασμένα γυαλιά κι ύστερα δεν είναι πια δειλές, είναι άγριο κύμα, καταιγίδα, λυσσασμένος αέρας. Καταπίνει την εναπομείνασα φύση ένας θλιμμένος, τσιμεντένιος ωκεανός. Θα πάρει καιρό ν' αλλάξει το δέρμα του αυτός ο κόσμος. Το κάνει πατώντας στις μύτες των ποδιών, ανάβοντας απλώς τη λάμπα σ' ένα άδειο δωμάτιο, ξεκολλώντας αργά από τα νύχια του, το βρεγμένο αλάτι. Έχουμε ζήσει απ' άκρη σ' άκρη πάνω σ' αυτά τα χώματα, μα έχουμε αφήσει μόνο τα κόκκαλα. Θαμμένα σε κάποια σπίτια, όπου οι τοίχοι πάλλονται, σαν πεινασμένα στομάχια. Και περιμένουμε να 'ρθει ένας Αύγουστος, με τις Περσίδες του, να κάνουμε χίλιες ευχές, σέρνοντας τα γόνατα πάνω σε ξύλινες τάβλες με μάτια κλειστά. Ίσως ύστερα κάποιος διαβάσει τα ιερογλυφικά που γράψαμε, ίσως μια μέρα να μάθει τι σημαίνουν, ή να πιστέψει ότι τα έγραψε αυτός. Δεν θα 'ναι αλήθεια, γιατί είναι δικά μου κι αφού φεύγω, δεν θ' αφήσω το δέρμα μου, ούτε μια μικρή εκδοχή μου να θυμίζει το τέρας που αφανίστηκε από το φίδι με τις θανατηφόρους αδένες. Πριν αλλάξει το δέρμα του, αυτός ο κόσμος, θα διασχίσουμε γι' άλλη μια φορά το κατώφλι της πόρτας και γι' άλλη μια φορά, θ' ακούσουμε το μούγκρισμα της τέντας στον αέρα και το ξύλινο κλάμα του παρκέ.
 

Tuesday, 17 March 2026

Light me up...

 


Κάποιες γυναίκες, πριν πετάξουν είπαν «εγώ μόνο να κλαίω έχω όρεξη», κι άλλες που είπαν «το 98% του χρόνου δεν ξέρω τι κάνω εδώ πέρα» κι ύστερα πέταξαν. Χωρίς στρωμένο από κοκαΐνη πεπρωμένο, χωρίς επιθυμία της ανάγκης, χωρίς ανάγκη για την επιθυμία. Κάπως έτσι το έγραψε ο Νίτσε. Άλλωστε για πολλές ήταν κι αργά. Ήταν που δεν ήξεραν οι ίδιες ποια ήταν η θέση τους στον κόσμο και, δεν μιλούσαν ποτέ για νοσταλγία. Δεν μιλούσαν για παγίδες, δεν έλεγαν «αποτύχαμε» αλλά «είμαστε εδώ» κι έδεναν στη μέση τους βεγγαλικά κι άλλα εκρηκτικά. Κοίτα κι εμάς, που τόσες σκανδάλες πατήσαμε και, δεν εντασσόμαστε στους νικητές, ή σ' αυτούς που εκπλήρωσαν ένα σκοπό. Μακάρι να ήμουν ο άντρας που επιθυμούν, αλλά δεν εμφανίζεται κι ας είμαι στο σπίτι σώα, ασφαλής κι ας μην είμαι ο έρωτας που σώζει, ή αυτή η κούρσα που κατάφερε να 'ρθει παρά την καταρρακτώδη βροχή. Λένε πως είναι πιο δύσκολο να σώσεις ένα άλογο που δεν τρέχει σ' ευθεία πορεία. Έτσι κι αυτές οι γυναίκες που αιωρήθηκαν πρώτα πάνω από το χώμα που πατάμε κι ύστερα εκτοξεύθηκαν ψηλά, πιο ψηλά από τα αστέρια. Νομίζω επειδή λοξοδρόμησαν, επειδή κάπου, κάπως το 'χασαν και από αυτή την άποψη, θα μπορούσαμε να πούμε ότι όταν λέμε τη λέξη «λοξοδρόμηση» στην πραγματικότητα εννοούμε, πάνω απ' όλα: ελευθερία.