Saturday, 23 May 2026

Χωρίς παραλήπτη

Όταν αποφάσισα πως δεν αξίζει πια ν’ ασχολούμαι με τις ανάγκες των άλλων, μου τηλεφώνησε μία φίλη. Ήταν στην ίδια φάση μ’ εμένα, μου είπε τα νέα της, της είπα κι εγώ τα δικά μου και κανονίσαμε να κάνουμε διακοπές μαζί.

Πήγα να την βρω, ήπιαμε τον καφέ μας, κάναμε μία βόλτα με τ’ αμάξι, ήμασταν κι οι δύο απεριποίητες και ξυπόλυτες. Δεν είχε γεύση ο καφές.

Η ειλικρίνεια είχε δώσει τη θέση της σε κοφτά, ειρωνικά σχόλια. Κάθε φορά που ειπωνόταν ένα, άκουγα τα δόντια μου να τρίζουν. Δάγκωνα τη γλώσσα μου.

Θυμάμαι τα χέρια της στο τιμόνι, τα δαχτυλίδια που φορούσε, τα βραχιόλια, τα κολιέ. Ο αέρας φυσούσε κι έμπαινε απ’ τα παράθυρα. Τότε τα μαλλιά της ήταν μακριά, χωρίς άσπρες τρίχες, τα δικά μου κοντά αγορίστικα. Φορούσα ένα λινό, άσπρο φόρεμα με γαλάζιες ρίγες και πηγαίναμε να βάλουμε τα πόδια μας στη θάλασσα.

Ο αέρας έφερνε άμμο και αλάτι. Εκείνη σκούπιζε τα γυαλιά της με το πουκάμισο που φορούσε.

Δεν ήθελα να τη διακόψω. Έσκαβα την αμμουδιά με τα πόδια μου και περίμενα να σκάσει το επόμενο κύμα. Δεν έβλεπα τον ορίζοντα, ήμουν ανάσκελα και είχα τα μάτια κλειστά. Το μόνο που έβλεπα, ήταν μαύρες κηλίδες σ’ ένα λευκό φόντο που μου έκαιγε το μέτωπο.

Η μέρα που θα χωριζόμασταν είχε φτάσει. Πήγα να πάρω καφέ κι όταν η κοπέλα μου έδινε το ποτήρι, ακούμπησαν τα δάχτυλά μας. Η αίσθηση ήταν λες κι ακουμπούσα χαρτί. Μπήκαμε στο αμάξι και με άφησε στα λεωφορεία.

Μία ώρα περίμενα. Περιφερόμουν γύρω από το σταθμό καπνίζοντας το ένα τσιγάρο μετά απ’ το άλλο. Ο ιδρώτας έσταζε από τα μαλλιά μου. Ο αέρας μύριζε μπαγιάτικη τυρόπιτα και ζεστό καφέ. Με το μπουφάν έσκαγα, αλλά δεν το έβγαλα για να μην το κουβαλάω. Ήρθε το λεωφορείο και ανέβηκα.

Δεν ξανά ταξίδεψα από τότε.

Friday, 15 May 2026

Πώς είναι να είσαι αντικείμενο: Μία λογοτεχνική προσέγγιση

Είναι να υπάρχεις, χωρίς να σε ρωτά κανείς πώς νιώθεις

Να σε μετακινούν, να σε κοιτούν, να σε χρησιμοποιούν, να σε ξεχνούν και όλα αυτά να συμβαίνουν πάνω σου, ποτέ μαζί σου

Δεν έχεις φωνή, μόνο επιφάνεια

Κουβαλάς τα ίχνη των άλλων: δάχτυλα, βλέμματα, ανάγκες

Κάποια στιγμή αρχίζεις να αναρωτιέσαι αν υπήρξες ποτέ κάτι περισσότερο από αυτό που έβλεπαν οι άλλοι

Ίσως το πιο ανθρώπινο πράγμα που μπορείς να έχεις, είναι η υπομονή

Μένεις εκεί, ακίνητος ενώ οι άνθρωποι ξεχνούν πόσο βίαιο είναι να χρησιμοποιείς κάτι χωρίς να το κοιτάς

Τα αντικείμενα συχνά γίνονται αποθήκες ανθρώπινης προβολής

Ένα δαχυλίδι γίνεται υπόσχεση
Ένα σπίτι γίνεται μνήμη
Ένα σώμα γίνεται τρόπαιο, επιθυμία ή ιδιοκτησία

Δεν μιλάς. Η δύναμή σου βρίσκεται ακριβώς στο ότι οι άλλοι μιλούν πάνω σου
 
Αλλά έχεις και μία σχεδόν μεταφυσική αντοχή

Δεν χρειάζεται να αποδείξεις τίποτα

Δεν εξηγείς, απλώς υπάρχεις

Δεν ζητάς τίποτα

Αυτό δημιουργεί μια παράξενη αξιοπρέπεια αλλά ταυτόχρονα την αναπόφευκτη τραγωδία.

Saturday, 9 May 2026

Η έλξη που ασκεί η καταστροφή: γιατί οι άνθρωποι χαζεύουν δυστυχήματα, εγκλήματα και προσωπικές καταρρευσεις.

Σήμερα, είπα να αναπτύξω ένα θέμα το οποίο έχει ριζώσει βαθιά μέσα στο μυαλό μου. Ως κηπουρός της σκέψης μου, οφείλω να διατηρώ τον χώρο καθαρό και δίχως άρρωστα φυτά. Ως εκ τούτου, δεν πρόκειται να μιλήσω ως παρατηρητής των ανθρώπων, ούτε να ηθικολογήσω, ή να δαιμονοποιήσω τους ανθρώπους και την κοινωνία. Αυτά, μου τελείωσαν με το τέλος της εφηβείας. Σήμερα θα αποκαλύψω κάτι που ξέρω πως υπάρχει σε όλους. Την έλξη που μας ασκεί η καταστροφή.

Η μακάβρια περιέργεια είναι, γενικά μιλώντας, η έλξη που νιώθουν οι άνθρωποι προς θέματα που αφορούν τον θάνατο, τη βία τον κίνδυνο ή εν πάσει περιπτώσει, το τρομακτικό. Παρ' όλο που μπορεί να ακούγεται άσχημη, αποτελεί κοινό και φυσιολογικό χαρακτηριστικό με βαθιές ψυχολογικές και εξελικτικές ρίζες.

Γιατί συμβαίνει αυτό;

Υπάρχουν κάποιοι βασικοί λόγοι, αλλά προσπάθησα να τους συμπυκνώσω όσο μπορούσα ώστε να τους απλοποιήσω. Πρώτα απ' όλα, η επιβίωση. Η παρατήρηση επικίνδυνων καταστάσεων βοηθούσε τους προγόνους μας να μάθουν να αποφεύγουν πιθανές απειλές χωρίς να κινδυνεύσουν οι ίδιοι. Ο εγκέφαλός μας εξελίχθηκε σε συνθήκες όπου η παράλειψη ενός κινδύνου είχε πολύ πιο ολέθριες συνέπειες από την παράλειψη μίας ευκαιρίας.Αυτό το ένστικτο επιβίωσης, μας βοήθησε να εξελιχθούμε. Ορίστε λοιπόν, ένας λόγος.

Δεύτερον, ας μιλήσουμε για την εκτόνωση μέσω των συναισθημάτων. Η επαφή με το μακάβριο ή το επικίνδυνο, μέσα από ένα ασφαλές περιβάλλον (π.χ. μία ταινία τρόμου, ή ένα βίντεο) μας επιτρέπει την εκτόνωση του φόβου και της αδρεναλίνης, χωρίς πραγματικό ρίσκο. Σε περιπτώσεις που δεν κινδυνεύουμε άμεσα οι ίδιοι, ο εγκέφαλός μας δυσκολεύεται να αποστρέψει το βλέμμα γιατί προσπαθεί να "προσωμοιώσει" το σενάριο ώστε να είναι έτοιμος στο μέλλον. Αυτός ο κύκλος στρες και μετέπειτα ανακούφισης, είναι κάτι σαν ναρκωτικό για τον εγκέφαλο. Μπορεί να γίνει εθιστικός. Αυτό δεν είναι εικασία, είναι γεγονός.

Τρίτον, το μυστήριο του θανάτου σε συνδυασμό με την ανθρώπινη περιέργεια, μας βοηθά να εξερευνήσουμε κατά κάποιον τρόπο το άγνωστο και να συμφιλιωθούμε με την ίδια μας την θνητότητα και την ευθραυστότητα της ύπαρξής μας στον κόσμο. Πώς γίνεται όμως αυτό; Συχνά πέφτουμε στην παγίδα να συγκρίνουμε υποσυνείδητα την ζωή μας με τα "τέλεια" προφίλ των διασήμων κάτι που σε γενικές γραμμές μπορεί να προκαλέσει άγχος και χαμηλή αυτοεκτίμηση. Το να είναι κανείς μάρτυρας της αποτυχίας τους συχνά μειώνει αυτό το αίσθημα κατωτερότητας. Παρακολουθώντας την πτώση τους προσπαθούμε υποσυνείδητα να πάρουμε απαντήσεις για το δικό μας τέλος.

Φυσικά, υπάρχει και η σωματική διέγερση. Όταν ένας άνθρωπος σοκάρεται, εκκρίνει ο εγκέφαλος του ντοπαμίνη προσφέροντας μία έντονη αίσθηση διέγερσης που πολλοί βρίσκουν ελκυστική. Αυτό, για εμένα τουλάχιστον είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον φαινόμενο, καθώς ο εγκέφαλός μας μπερδεύει τα σήματα της διέγερσης. Υπάρχουν τα συμπτώματα του φόβου (ταχυκαρδία, τρέμουλο, εφίδρωση) και μοιάζουν πολύ με αυτά του έντονου ενθουσιασμού ή της ερωτικής έλξης. Μπορούν να κάνουν κάποιον να νιώσει ζωντανός, απλά παρακολουθώντας κάτι ακραίο. Αυτό το μπέρδεμα, είναι επίσης ο λόγος που πολλοί άνθρωποι αρέσκονται στα extreme sports, ή τις ταινίες τρόμου. Το σώμα νιώθει τον κίνδυνο, αλλά ο εγκέφαλος (γνωρίζοντας ότι είναι ασφαλής) το μεταφράζει αυτό σε ευχαρίστηση.

Η σκληρή αλήθεια είναι πως: η ανθρώπινη τραγωδία πουλάει.

Ο Thomas Hobbes, είχε εξηγήσει κάπου ότι η έλξη που νιώθουμε για την καταστροφή δεν πηγάζει από κακία, αλλά από μία σύνθετη αλληλεπίδραση χαράς και λύπης.

Στην φιλοσοφία του, οι άνθρωποι είναι φύσει ανταγωνιστικοί, δηλαδή ζητούν συνέχεια την υπεροχή. Η πτώση ενός άλλου, ειδικά ενός ισχυρού, μειώνει την απειλή που αντιπροσωπεύει και μας κάνει να νιώθουμε δυνατότεροι, ή πιο "σταθεροί".

Ένας άλλος μεγάλος φιλόσοφος που όλοι γνωρίζετε, ο Friedrich Nietzsche υποστήριζε ότι η έλξη προς την καταστροφή και τον πόνο των άλλων είναι κάτι πολύ πιο βαθύ από την απλή περιέργεια. Υποστήριζε, ότι η παρακολούθηση της καταστροφής είναι μία επαφή με το Διονυσιακό στοιχείο, το χάος, την καταστροφή και την αέναη αλλαγή. Είναι η στιγμή που ο άνθρωπος κοιτάζει το βάραθρο συνειδητοποιώντας ότι η ζωή είναι αλληλένδετη με τον πόνο. Δεν μπορώ να διαφωνήσω μ' αυτό.

Συνοψίζοντας, θα ήθελα να πω πως η έλξη που ασκεί η καταστροφή πάνω μας δεν είναι κάποιο σφάλμα του ανθρώπου, ούτε μία διεστραμμένη ανωμαλία της σύγχρονης κοινωνίας. Είναι ένας καθρέφτης. Ένας καθρέφτης που αντανακλά τον φόβο μας απέναντι στον θάνατο, την ανάγκη μας να επιβιώσουμε, να συγκριθούμε, να νιώσουμε ασφαλείς, ακόμη και να αισθανθούμε ζωντανοί μέσα από τον κίνδυνο των άλλων. Ίσως τελικά να μην χαζεύουμε την καταστροφή μόνο επειδή μας σοκάρει, αλλά επειδή μας υπενθυμίζει κάτι που περνάμε όλη μας τη ζωή προσπαθώντας να ξεχάσουμε: πως κάτω από την ψευδαίσθηση του ελέγχου, της σταθερότητας και της τάξης, η ανθρώπινη ύπαρξη παραμένει εύθραυστη, προσωρινή και χαοτική. Και ίσως γι’ αυτό ακριβώς δεν μπορούμε να πάρουμε το βλέμμα μας από πάνω της

Monday, 27 April 2026

Ο ατομικιστικος τροπος σκεψης και η ελλειψη ανθρωπιας στα συγχρονα αστικα κεντρα

Στις πόλεις του κόσμου, η ζωή έχει μεγάλη ένταση, ταχύτητα και ένα ιδιαίτερα σημαντικό στοιχείο, την ανωνυμία. Το τελευταίο έχει άμεση σχέση με τον ατομικιστικό τρόπο σκέψης. 

Τι είναι όμως ο ατομικισμός;

Αρχικά, ο ατομικισμός αποτελεί τρόπο σκέψης και αντίληψης, κατά τον οποίο το άτομο δίνει προτεραιότητα στα προσωπικά του συμφέροντα, ανάγκες και στόχους, συχνά πάνω από το κοινωνικό σύνολο. Με πιο απλά λόγια, είναι η στάση ζωής σύμφωνα με την οποία κυριαρχεί η λογική "πρώτα εγώ κι έπειτα όλοι οι άλλοι".

Ωστόσο κάθε νόμισμα έχει δύο όψεις, και το ίδιο ισχύει κι εδώ. Παρότι συνδέεται με αρνητικές συνέπειες παρουσιάζει και θετικά στοιχεία, καθώς ενισχύει την αυτονομία και την ανεξαρτησία του ατόμου, αλλά και την ανάπτυξη πρωτοβουλιών και φιλοδοξιών.

Όταν όμως αυτός ο τρόπος σκέψης γίνεται υπερβολικός, συχνά οδηγεί σε αδιαφορία για τους άλλους, αποξένωση, μοναξιά, έλλειψη συνεργασίας, ενώ υποβαθμίζονται σημαντικά αξίες όπως η ανθρωπιά και η αλληλεγγύη. 

Για να δούμε τα αίτια του ατομικιστικού τρόπου σκέψης στα αστικά κέντρα, είναι χρήσιμο να δούμε πώς λειτουργούν οι μικρότερες κοινωνίες, όπως τα χωριά. 

Στις μικρές κοινωνίες οι άνθρωποι γνωρίζονται μεταξύ τους, διατηρούν στενές σχέσεις και αναπτύσσουν καθημερινά το αίσθημα της αλληλεγγύης. Η επαφή και η αλληλουποστήριξη ενισχύουν την ανθρωπιά και περιορίζουν τις ατομικιστικές συμπεριφορές. Σπάνια παρατηρείται σε μεγάλη πόλη, γείτονας να κοιτάζει στα μάτια τον γείτονά του, πόσο μάλλον να του προσφέρει χωρίς αντάλλαγμα αγαθά. Αντίθετα στα χωριά, κάτι τέτοιο συμβαίνει πολύ συχνά. 

Επιπλέον, αξίζει να μιλήσουμε για τα αίτια κατά τα οποία η λογική του ατομικισμού κυριαρχεί στα αστικά κέντρα. Ίσως το πιο έντονο χαρακτηριστικό της ζωής στις πόλεις να είναι ο διαρκής, σχεδόν αόρατος ανταγωνισμός. Ο άνθρωπος δεν αρκείται πια στο να υπάρχει. Νιώθει την ανάγκη να υπερέχει. Να ξεχωρίζει, να αποδεικνύει συνεχώς την αξία του μέσα από την εικόνα του, τα αποκτήματά του, τις επιτυχίες του. Και ίσως αυτή η ανάγκη να μην πηγάζει από δύναμη, αλλά από μια βαθύτερη ανασφάλεια: τον φόβο ότι, μέσα στο πλήθος, μπορεί εύκολα να γίνει αόρατος. 

Η ίδια η πόλη ενισχύει την αποξένωση από τους άλλους. Το τσιμέντο, η έλλειψη φύσης, η συνεχής έκθεση στη φτώχεια και την αδιαφορία δημιουργούν ένα περιβάλλον που σκληραίνει τον άνθρωπο. Όταν βλέπει καθημερινά τον πόνο χωρίς να μπορεί να τον αλλάξει, σταδιακά παύει να τον αισθάνεται. Γύρω μας υπάρχουν άνθρωποι που μετά από χρόνια ή και μήνες ζωής στην πόλη έχουν αλλάξει. Έπαψε να τους αγγίζει το ανθρώπινο. Σκλήρυναν. Όχι επειδή ήθελαν, αλλά για να καταφέρουν να επιβιώσουν. 

Δεν είναι τυχαίο ότι, γράφοντας αυτές τις σκέψεις, επιστρέφω συνεχώς στο ίδιο ερώτημα: γιατί ο άνθρωπος έχει τόσο έντονη ανάγκη να συγκρίνεται με τους άλλους; Τι είναι αυτό που προσπαθεί να καλύψει;

Η απάντηση μοιάζει απλή, σχεδόν παιδική: η ανασφάλεια. Κι όμως, δεν αρκεί. Γιατί οι άνθρωποι δεν γεννιούνται μέσα στις πόλεις· τις επιλέγουν.

Ίσως, λοιπόν, η έλλειψη ανθρωπιάς και αλληλεγγύης να μην είναι απλώς αποτέλεσμα των συνθηκών, αλλά και προσωπική στάση. Όχι κάτι που επιβάλλεται στον άνθρωπο, αλλά κάτι που, συνειδητά ή ασυνείδητα, ο ίδιος αποδέχεται σαν μοίρα.

Τελειώνοντας, θα ήθελα να μοιραστώ κάτι προσωπικό. 

Δεν πιστεύω στη μοίρα. Πιστεύω σε μια ζωή που χτίζεται μέσα από επιλογές. Τίποτα δεν είναι δεδομένο, ούτε σταθερό.

Έτσι, ο ατομικισμός και η έλλειψη ανθρωπιάς στα σύγχρονα αστικά κέντρα δεν αποτελούν αναπόφευκτη κατάσταση. Είναι μία από τις πολλές δυνατές αντιλήψεις του ανθρώπου — και, όπως κάθε αντίληψη, μπορεί να αλλάξει. Η κατεύθυνση που θα πάρει εξαρτάται από την επιλογή και τη συνείδηση των ίδιων των ανθρώπων.

Sunday, 26 April 2026

Η σκληρή δουλειά δεν εγγυάται τίποτα

Μία από τις πιο κοινές πεποιθήσεις γύρω από το παραπάνω θέμα, είναι ότι η επιτυχία εξαρτάται αποκλειστικά από την προσπάθεια. Ωστόσο, κάθε χρόνο η πεποίθηση αυτή αποδυναμώνεται όλο και περισσότερο από τα γεγονότα.
 
Πρώτα απ' όλα, η αγορά και η κοινωνία δεν ανταμείβουν πάντα δίκαια την προσπάθεια. Έπειτα, υπάρχουν άνθρωποι που δουλεύουν εξίσου σκληρά με άλλους όμως έχουν διαφορετικά αποτελέσματα. Τέλος και κυριότερο, παίζουν ρόλο κι άλλοι παράγοντες, όπως οι ευκαιρίες, το περιβάλλον, οι γνωριμίες και η τύχη.
 
Το να εργάζεται κάποιος σκληρά, γίνεται πρόβλημα όταν παύει να είναι εργαλείο και γίνεται αυτοσκοπός. Το πιο κοινό παράδειγμα που μπορώ να σκεφτώ είναι το λεγόμενο "burnout" δηλαδή όταν η συνεχής ένταση της εργασίας, χωρίς επαρκή ξεκούραση οδηγεί σε εξουθένωση. Πόσοι δεν έχουν υποφέρει από αυτό κι εξακολουθούν να υποφέρουν μέχρι και σήμερα; Όταν η απόδοση μειώνεται λόγω αυτών κι επηρεάζει όχι μόνο την απόδοση αλλά και τη συγκέντρωση και τελικά την υγεία, πώς είναι δυνατόν η δουλειά να παράγει περισσότερα από όσα κοστίζει; Κατά τη γνώμη μου, θα έπρεπε να μας προβληματίζει.
 
Ύστερα, οι περισσότερες δουλειές σήμερα αγνοούν πλήρως τα όρια και τις προτεραιότητες των εργαζομένων. Είναι γεγονός άλλωστε πως η υπερβολική αφοσίωση σε έναν και μόνο στόχο μπορεί να καταστρέψει άλλους τομείς στην ζωή ενός ατόμου (την υγεία του, τις σχέσεις του κ.ο.κ.). Υπάρχει κανείς που βλέπει θετικά αποτελέσματα από κάτι τέτοιο; Όχι. Πάμε παρακάτω.
 
Πολλοί άνθρωποι, μέσα από την εργασία τους αποκτούν μία ψευδαίσθηση ελέγχου. Δηλαδή υιοθετούν το σκεπτικό ότι "αν προσπαθήσω αρκετά, όλα θα εξαρτώνται από εμένα", το οποίο θα έστεκε εάν δεν υπήρχαν εξωτερικοί παράγοντες που πρέπει να ληφθούν υπ' όψη. Μερικοί από αυτούς είναι: τύχη, ή συγκυρίες. Πώς να μην οδηγήσει τελικά στην απογοήτευση; Είναι άλλωστε γνωστό πως αυτό κάνουν οι ψευδαισθήσεις.
 
Ουκ ολίγες φορές επίσης ακούμε για εργαζόμενους οι οποίοι έχουν καταφύγει στην δουλειά τους για να αποφύγουν δύσκολες αποφάσεις, ρίσκα, ή προσωπικά ζητήματα. Η εργασία, γίνεται τρόπος αποφυγής, αντί εργαλείο που χρησιμοποιείται για τη βελτίωση της ζωής. Μόνο στον δικό μου περίγυρο, γνωρίζω τουλάχιστον δέκα τέτοιους ανθρώπους. Αν ο κάθε ένας από μας γνωρίζει άλλους δέκα, πόσοι είναι τελικά αυτοί που το βλέπουν έτσι;
 
Τέλος, ένα ακόμα πρόβλημα που προκύπτει είναι το ότι η δουλειά χρησιμοποιείται μηχανικά, χωρίς σκέψη ή ισορροπία. Δηλαδή όταν δεν υπάρχει ανατροφοδότηση και προσαρμογή, τι περιμένεις; Αν δεν σταματάς να αξιολογείς τι δουλεύει και τί όχι, η σκληρή δουλειά γίνεται επανάληψη χωρίς εξέλιξη.
 
Τι μπορεί λοιπόν να εγγυηθεί η σκληρή δουλειά;
 
Η γνώμη μου, είναι πως δεν μπορεί να εγγυηθεί τίποτα στο «φαίνεσθαι» αλλά αρκετά στο «ποιος είμαι». Τι εννοώ:
 
Πρώτα απ' όλα, με την σκληρή δουλειά, κάποιος μπορεί να βελτιώσει τις δεξιότητές του. Σχεδόν πάντα γινόμαστε καλύτεροι σε αυτό που κάνουμε μέσα από την συνεχή προσπάθεια. Κάποιοι βλέπουν την πρόοδο σαν το πιο αξιόπιστο κέρδος. Ωστόσο αυτοί οι κάποιοι δεν θα πρέπει να ζουν στην Ελλάδα του 2026 με νοίκι 700€ και μισθό 900€. Μαθηματικά δεν βγαίνει, αλλά αν θέλει κανείς να δει το καλό σε μία κακή κατάσταση, θα το δει ο κόσμος να χαλάσει.
 
Χτίζει σίγουρα πειθαρχία και αντοχή. Μαθαίνεις να επιμένεις, να διαχειρίζεσαι δυσκολίες και να λειτουργείς, ακόμα και χωρίς άμεση ανταμοιβή.
 
Επίσης με αργό μεν, σταθερό δε τρόπο αυξάνει τις πιθανότητες ενός ατόμου να πετύχει στη ζωή. Δεν τις εξασφαλίζει, αλλά τις αυξάνει. Είναι σαν να είναι κάποιος άσχετος με τα επιτραπέζια και να μπαίνει σε μία παρέα που παίζει καθημερινά. Σε "βάζουν" στο παιχνίδι σιγά-σιγά.

Κάτι ακόμα, είναι πως κανείς αποκτά μια καθαρή εικόνα της πραγματικότητας. Όσοι άνθρωποι έχουν κοπιάσει στη ζωή πολύ κι έχουν και λίγο μυαλό, καταλαβαίνουν πολύ καλά τι δουλεύει και τι όχι, ποια είναι τα όριά τους και πού χρειάζεται -αν χρειάζεται- αλλαγή στρατηγικής.

Τελειώνοντας αυτό το μακροσκελές κείμενο, θα ήθελα να πω το εξής:
 
Η σκληρή δουλειά, δεν εγγυάται το αποτέλεσμα, δεν εγγυάται τίποτα πραγματικά, αλλά αν υπάρξει αποτέλεσμα, δεν θα είναι τυχαίο από την πλευρά του ανθρώπου που τα βάζει κάτω με πείσμα και αρχίζει από το μηδέν να χτίζει πορεία προς όποια κατεύθυνση ονειρεύεται. 
Ακόμα κι αν δεν υπάρξει τίποτα, ο άνθρωπος που μόχθησε και προσπάθησε, δεν θα μείνει ο ίδιος.

Saturday, 25 April 2026

Αν η τεχνητή νοημοσύνη σε ξεπεράσει, ποιος φταίει;

Σκέφτομαι εδώ και μέρες να γράψω κάτι για το A.I. και το πόσο μεγάλο ρόλο έχει στην καθημερινότητα όλων. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. 

Τι είναι η τεχνητή νοημοσύνη (A.I.); 

Αν έπρεπε να το εξηγήσω αρχικά σε ένα παιδί, ώστε να με καταλάβει, θα του έλεγα πως η τεχνητή νοημοσύνη είναι όταν οι άνθρωποι, όπως εγώ κι εσύ, φτιάχνουν προγράμματα στον υπολογιστή που μπορούν να "σκέφτονται" και να μαθαίνουν, όπως ο ανθρώπινος εγκέφαλος. 

Ή  με ένα παράδειγμα, θα έδειχνα στο παιδί εικόνες από γάτες και σκύλους και θα του ζητούσα να αναγνωρίσει ποιο είναι ποιο. Ύστερα, θα του έλεγα πως, όπως μαθαίνουμε να ξεχωρίζουμε τα ζώα βλέποντας πολλές εικόνες, έτσι και η τεχνητή νοημοσύνη, μαθαίνει μόνη της να καταλαβαίνει τι είναι τι, από τις εικόνες που της δείχνουμε εμείς. 

Όταν λοιπόν έχεις μία ιδέα και μία εικόνα του τι είναι πραγματικά η τεχνητή νοημοσύνη, αυτομάτως αποκτάς και μία πιο καθαρή αντίληψη του τι είναι και τι κάνει σε σχέση με εσένα. Εύλογα αναρωτιέσαι, αν και πότε αυτή θα σε ξεπεράσει, ή ποιος είναι καλύτερος. Πάμε όμως να δούμε και κάτι άλλο. 

Ποιος εφήυρε την τεχνητή νοημοσύνη;

Η τεχνητή νοημοσύνη, δεν ήταν ένα δημιούργημα με έναν εφευρέτη. Αρχικά, ήταν Ιδέα. Οπως πολλά επαναστατικά πράγματα. Η ιδέα αυτή πρωτίστως γεννήθηκε τη δεκαετία του '50 από κάποιον κύριο ονόματι Alan Turing ο οποίος έγραψε για το πώς οι μηχανές μπορούν να "σκέφτονται". 

Αυτό ήταν κάτι φανταστικό από μόνο του, ένα what if στα τόσα what ifs της ανθρωπότητας, και αργότερα εξελίχθηκε από ιδέα, σε προγράμματα "έξυπνα". Κυρίως όμως, παιχνίδια (βλ. σκάκι με αντίπαλο το ίδιο το πρόγραμμα, αντί κάποιον συμπαίκτη). Ήταν πρωτότυπο, θα πω ενδιαφέρον και αν μη τι άλλο πολλά υποσχόμενο. Πολλά παιδιά έμαθαν να χρησιμοποιούν τους υπολογιστές παίζοντας τέτοια παιχνίδια και ακολουθώντας την εξέλιξή τους.

Φυσικά, όσοι θυμούνται και τη δεκαετία του '90, μια από τις πιο γνωστές ταινίες για το A.I. ήταν το Matrix που παρουσίασε στο κοινό έναν συνδυασμό της τεχνητής νοημοσύνης με έναν εικονικό κόσμο (simulation). Είχαν βγει κι άλλες πιο παλιά, λιγότερο δημοφιλείς και με -όχι και τόσο- εντυπωσιακά εφέ. Σε αυτή την ταινία, κυριαρχούσαν εκτός από τα εφέ και  διάφορες φιλοσοφικές ιδέες, καθώς και μία κυρίαρχη: ότι οι μηχανές ελέγχουν τους ανθρώπους.

Τώρα, διανύοντας αισίως (λέμε τώρα) το 2026, αυτή η ταινία μοιάζει τόσο αληθινή, όσο κι ο καφές που πίνω αυτή τη στιγμή καθώς γράφω αυτές τις λέξεις. 
Πλέον δεν έχουμε απλώς τεχνητή νοημοσύνη, έχουμε ρομποτάκια που μοιάζουν όλο και περισσότερο με ανθρώπους, έχουμε αυτοκίνητα που οδηγούν μόνα τους, παρκάρουν, χωρίς οδηγούς μέσα, έχουμε "έξυπνες" εφαρμογές που μας βοηθούν να αποφασίσουμε δύσκολα πράγματα, άλλες που αναλύουν μέχρι και τα ζώδια ή τα όνειρα, ιατρικές διαγνώσεις, ψυχολόγους, φίλους A.I. και φυσικά, το αγαπημένο μου, μουσική από A.I. ΜΟΥΣΙΚΗ! Τι θα έλεγαν οι παλιοί μεγάλοι συνθέτες σήμερα; 

Όταν λοιπόν η τεχνητή νοημοσύνη, έχει φτάσει πια σε επίπεδα να ξεπερνάει σε πολλά πράγματα τον άνθρωπο, τότε ποιος φταίει; Η επιστήμη, ή μια συλλογή από δημιουργικά μυαλά; Σαν ένας παράξενος, εγκεφαλόμορφος, κύβος του Ρούμπικ;

Ο μαθηματικός κι επιστήμονας Alan Turing ήταν ένας απ’ τους πολλούς που ξεκίνησαν από μια μικρή ιδέα — ίσως από αμφισβήτηση, ίσως από λογική, ίσως από περιέργεια ή φαντασία. Ίσως και από απλή ανία που σε κάνει να σκέφτεσαι λίγο παραπάνω.

Πάντως ο ίδιος ασχολήθηκε για ένα μεγάλο διάστημα με την αποκωδικοποίηση στο βρετανικό κέντρο αποκρυπτογράφησης κατά τον ΒΠΠ. Εκεί εκμεταλλευόταν επαναλαμβανόμενα μοτίβα στα γερμανικά μηνύματα, π.χ. προβλέψιμες λέξεις ή φράσεις. Έτσι, εικάζω πως του ήρθε και η ιδέα ότι οι μηχανές μπορούν να σκέφτονται μόνες τους.

Αλλά για να επανέλθω στην αρχική μου θέση, αν δεν υπήρχε η επιστήμη ως concept, ή έστω κάποιοι άνθρωποι με ιδιαίτερο τρόπο σκέψης, η ζωή τι γεύση θα είχε άραγε; 

Ναι, αναμφίβολλα θα ήταν πιο αγνή και πιο φυσική σε όλα της, αλλά δεν θα ήταν και κάπως ανιαρή; Δηλαδή.. Τι είναι ο άνθρωπος αν όχι ένα ατελές κράμα από περιέργεια, αμφισβήτηση, λογική, δημιουργία και υπομονή; Μεταξύ άλλων.

Νομίζω πως είναι αρκετά ξεκάθαρο ότι εμείς φταίμε. Όποιο κι αν είναι το θέμα. Μπορούμε να το δούμε ως κατάρα ή ως ευχή. Εξαρτάται από το τι αντίληψη κουβαλάει ο καθένας.

Sunday, 29 March 2026

Αν μου ζητούσαν...

 

Αν μου ζητούσαν να γράψω ποια είναι η μεγαλύτερη ανησυχία μου αυτή τη στιγμή, ή αυτή τη περίοδο, θα τους έλεγα πως δεν ανησυχώ. Όχι γιατί δεν έχω ανησυχίες, ούτε επειδή πιστεύω πως οτιδήποτε γίνεται είναι μοιραίο κι αναπόφευκτο. 

Τίποτα απ' τα δύο δεν ισχύει. 

Είναι γιατί δεν βρίσκω τίποτα βαθύ ή αξιόλογο στην έννοια της ανησυχίας. Μόνο μικρότητα. 

Μπορείς να επιλέξεις να είσαι αυτός/η που ανησυχεί, σαφώς και κατανοώ ότι είναι ανθρώπινο, φυσιολογικό και σε κάθε περίπτωση, μια ένδειξη ευφυίας. Αυτό γιατί κι η ανησυχία, είναι σημάδι προόδου στον άνθρωπο. Πόσοι πριν αφήσουν το στίγμα τους πάνω στον κόσμο δεν πέρασαν μέσα απ' το σκοτάδι του φόβου και της αμφιβολίας για τον εαυτό? Ωστόσο, δεν είναι για όλους τους ανθρώπους σημαντικό να αφήσουν πίσω τους κάτι για να τους θυμούνται. Δεν θέλουν όλοι να γίνουν φως. 

Κάποιοι, θέλουν να ξεχαστούν, νιώθουν άνετα στα μέρη όπου κυριαρχεί η σιωπή, καμιά φορά και το σκοτάδι, είναι συμφιλιωμένοι προ πολλού με την ιδέα του θανάτου και του τέλους και δεν προσμένουν επανάσταση, δικαιοσύνη ή αλλαγή. Φανταστείτε τους σαν φυλλοβόλα δέντρα με βαθιές, πολύ βαθιές ρίζες, με πυκνές φυλλωσιές, μα άλλοτε γυμνά. Στέκουν στο ίδιο σημείο για αιώνες, δεν πάνε πουθενά. Τα κρατάνε οι ρίζες. Τα λυγίζει ο αέρας. Τα σπάει η παγωνιά. Αν μια πυρκαγιά τα κάψει, δεν φωνάζουν, ούτε καίγονται μόνα τους ποτέ. Θα πάρουν κι άλλα μαζί τους, θα καταστραφούν και την ίδια στιγμή θα καταστρέψουν. Άθελά τους, φυσικά. 

Ύστερα, αν γλιτώσει κατά τύχη κανένας σπόρος, σ' έδαφος υγρό θα φυτρώσει και πάλι, όμως χωρίς βιασύνη, ή ανησυχία για το τι θα απογίνει. Απλώς θα ξεκινήσει να υπάρχει χωρίς να καταλαβαίνει πώς ή γιατί και θα πάψει να υπάρχει μια μέρα πάλι κατά τον ίδιο τρόπο. 

Ποιο δέντρο, ή φυτό που φύτρωσε στη γη είδατε ποτέ ν' ανησυχεί για το τι θ' απογίνει μετά?

Μόνο οι άνθρωποι το κάνουμε αυτό, καθισμένοι στη σκιά τους, ή πάνω στα κλαδιά τους, με ήλιο, με βροχή, κλαίγοντας ή γελώντας, αναλογιζόμαστε πάντα «και αν..?». Μα το δέντρο δεν αναλογίζεται τίποτα απ' αυτά. Το δέντρο βρίσκεται εκεί, μέχρι μια μέρα να μην βρίσκεται πια. 

Τότε οι άνθρωποι καταλαβαίνουν, πως η ανησυχία τους, ήταν το μικρότερο πράγμα που υπήρχε. Ένας κόκκος άμμου στην έρημο, ένα ξερό φύλλο στον αέρα, μια σταγόνα στα άγρια κύματα. 

Το μεγάλο, που έβγαλε ρίζες μέσα τους, ήταν εκείνες οι στιγμές, παρέα με το δέντρο.

Sunday, 22 March 2026

Ο κοσμος...


Ο κόσμος αυτός, αλλάζει δέρμα. 

Προχωράμε ανάμεσα σε σκελετούς ανθρώπων και δεινοσαύρων, μέσα από ερήμους. Ο ήλιος βουλιάζει, τα βήματά μας κουρασμένα κι ο ορίζοντας μια απέραντη θάλασσα από ηλιοτρόπια. Τα παιδιά ανεβαίνουν με λερωμένες μπότες στους τοίχους, άλλα κοιτούν τη Δύση, άλλα την Ανατολή. Μέσα στις πέτρες, φυτρώνουν μούρα και φράουλες. Στον αέρα χορεύουν κυκλάμινα, φασκόμηλο κι ανεμώνες. Τα φίδια σέρνονται στην καυτή άσφαλτο κι αφήνουν το παλιό τους δέρμα να χαθεί στην σκιά των πεύκων. Το φίδι που θα εξαφανίσει το είδος μας κοιμάται εκεί. 

Οι πρώτες σταγόνες πέφτουν δειλά απ' τον συννεφιασμένο ουρανό. Ύστερα γίνονται πιο παχιές, σκάνε στα παρμπριζ των αυτοκινήτων σαν σπασμένα γυαλιά κι ύστερα δεν είναι πια δειλές, είναι άγριο κύμα, καταιγίδα, λυσσασμένος αέρας. Καταπίνει την εναπομείνασα φύση ένας θλιμμένος, τσιμεντένιος ωκεανός. 

Θα πάρει καιρό ν' αλλάξει το δέρμα του αυτός ο κόσμος. Το κάνει πατώντας στις μύτες των ποδιών, ανάβοντας απλώς τη λάμπα σ' ένα άδειο δωμάτιο, ξεκολλώντας αργά από τα νύχια του, το βρεγμένο αλάτι. 

Έχουμε ζήσει απ' άκρη σ' άκρη πάνω σ' αυτά τα χώματα, μα έχουμε αφήσει μόνο τα κόκκαλα. Θαμμένα σε κάποια σπίτια, όπου οι τοίχοι πάλλονται, σαν πεινασμένα στομάχια. Και περιμένουμε να 'ρθει ένας Αύγουστος, με τις Περσίδες του, να κάνουμε χίλιες ευχές, σέρνοντας τα γόνατα πάνω σε ξύλινες τάβλες με μάτια κλειστά. 

Ίσως ύστερα κάποιος διαβάσει τα ιερογλυφικά που γράψαμε, ίσως μια μέρα να μάθει τι σημαίνουν, ή να πιστέψει ότι τα έγραψε αυτός. Δεν θα 'ναι αλήθεια, γιατί είναι δικά μου κι αφού φεύγω, δεν θ' αφήσω το δέρμα μου, ούτε μια μικρή εκδοχή μου να θυμίζει το τέρας που αφανίστηκε από το φίδι με τις θανατηφόρους αδένες. 

Πριν αλλάξει το δέρμα του, αυτός ο κόσμος, θα διασχίσουμε γι' άλλη μια φορά το κατώφλι της πόρτας και γι' άλλη μια φορά, θ' ακούσουμε το μούγκρισμα της τέντας στον αέρα και το ξύλινο κλάμα του παρκέ.

Tuesday, 17 March 2026

Light me up...


Κάποιες γυναίκες, πριν πετάξουν είπαν «εγώ μόνο να κλαίω έχω όρεξη», κι άλλες που είπαν «το 98% του χρόνου δεν ξέρω τι κάνω εδώ πέρα» κι ύστερα πέταξαν. Χωρίς στρωμένο από κοκαΐνη πεπρωμένο, χωρίς επιθυμία της ανάγκης, χωρίς ανάγκη για την επιθυμία. 

Κάπως έτσι το έγραψε ο Νίτσε. 

Άλλωστε για πολλές ήταν κι αργά. 

Ήταν που δεν ήξεραν οι ίδιες ποια ήταν η θέση τους στον κόσμο και, δεν μιλούσαν ποτέ για νοσταλγία. Δεν μιλούσαν για παγίδες, δεν έλεγαν «αποτύχαμε» αλλά «είμαστε εδώ» κι έδεναν στη μέση τους βεγγαλικά κι άλλα εκρηκτικά. Κοίτα κι εμάς, που τόσες σκανδάλες πατήσαμε και, δεν εντασσόμαστε στους νικητές, ή σ' αυτούς που εκπλήρωσαν ένα σκοπό. 

Μακάρι να ήμουν ο άντρας που επιθυμούν, αλλά δεν εμφανίζεται κι ας είμαι στο σπίτι σώα, ασφαλής κι ας μην είμαι ο έρωτας που σώζει, ή αυτή η κούρσα που κατάφερε να 'ρθει παρά την καταρρακτώδη βροχή. 

Λένε πως είναι πιο δύσκολο να σώσεις ένα άλογο που δεν τρέχει σ' ευθεία πορεία. Έτσι κι αυτές οι γυναίκες που αιωρήθηκαν πρώτα πάνω από το χώμα που πατάμε κι ύστερα εκτοξεύθηκαν ψηλά, πιο ψηλά από τα αστέρια. 

Νομίζω επειδή λοξοδρόμησαν, επειδή κάπου, κάπως το 'χασαν και από αυτή την άποψη, θα μπορούσαμε να πούμε ότι όταν λέμε τη λέξη «λοξοδρόμηση» στην πραγματικότητα εννοούμε, πάνω απ' όλα: ελευθερία.

Χωρίς παραλήπτη

Όταν αποφάσισα πως δεν αξίζει πια ν’ ασχολούμαι με τις ανάγκες των άλλων, μου τηλεφώνησε μία φίλη. Ήταν στην ίδια φάση μ’ εμένα, μου είπε τα...