Sunday, 22 March 2026
Ο κοσμος...
Ο κόσμος αυτός, αλλάζει δέρμα. Προχωράμε ανάμεσα σε σκελετούς ανθρώπων και δεινοσαύρων, μέσα από ερήμους. Ο ήλιος βουλιάζει, τα βήματά μας κουρασμένα κι ο ορίζοντας μια απέραντη θάλασσα από ηλιοτρόπια. Τα παιδιά ανεβαίνουν με λερωμένες μπότες στους τοίχους, άλλα κοιτούν τη Δύση, άλλα την Ανατολή. Μέσα στις πέτρες, φυτρώνουν μούρα και φράουλες. Στον αέρα χορεύουν κυκλάμινα, φασκόμηλο κι ανεμώνες. Τα φίδια σέρνονται στην καυτή άσφαλτο κι αφήνουν το παλιό τους δέρμα να χαθεί στην σκιά των πεύκων. Το φίδι που θα εξαφανίσει το είδος μας κοιμάται εκεί. Οι πρώτες σταγόνες πέφτουν δειλά απ' τον συννεφιασμένο ουρανό. Ύστερα γίνονται πιο παχιές, σκάνε στα παρμπριζ των αυτοκινήτων σαν σπασμένα γυαλιά κι ύστερα δεν είναι πια δειλές, είναι άγριο κύμα, καταιγίδα, λυσσασμένος αέρας. Καταπίνει την εναπομείνασα φύση ένας θλιμμένος, τσιμεντένιος ωκεανός. Θα πάρει καιρό ν' αλλάξει το δέρμα του αυτός ο κόσμος. Το κάνει πατώντας στις μύτες των ποδιών, ανάβοντας απλώς τη λάμπα σ' ένα άδειο δωμάτιο, ξεκολλώντας αργά από τα νύχια του, το βρεγμένο αλάτι. Έχουμε ζήσει απ' άκρη σ' άκρη πάνω σ' αυτά τα χώματα, μα έχουμε αφήσει μόνο τα κόκκαλα. Θαμμένα σε κάποια σπίτια, όπου οι τοίχοι πάλλονται, σαν πεινασμένα στομάχια. Και περιμένουμε να 'ρθει ένας Αύγουστος, με τις Περσίδες του, να κάνουμε χίλιες ευχές, σέρνοντας τα γόνατα πάνω σε ξύλινες τάβλες με μάτια κλειστά. Ίσως ύστερα κάποιος διαβάσει τα ιερογλυφικά που γράψαμε, ίσως μια μέρα να μάθει τι σημαίνουν, ή να πιστέψει ότι τα έγραψε αυτός. Δεν θα 'ναι αλήθεια, γιατί είναι δικά μου κι αφού φεύγω, δεν θ' αφήσω το δέρμα μου, ούτε μια μικρή εκδοχή μου να θυμίζει το τέρας που αφανίστηκε από το φίδι με τις θανατηφόρους αδένες. Πριν αλλάξει το δέρμα του, αυτός ο κόσμος, θα διασχίσουμε γι' άλλη μια φορά το κατώφλι της πόρτας και γι' άλλη μια φορά, θ' ακούσουμε το μούγκρισμα της τέντας στον αέρα και το ξύλινο κλάμα του παρκέ.
Subscribe to:
Post Comments (Atom)

No comments:
Post a Comment