Sunday, 31 May 2026

Χωρίς συμπέρασμα

Σκέφτομαι πράγματα που δεν θα έπρεπε να σκέφτομαι. Πράγματα που δεν ανήκουν στο παρόν. Ανήκουν στο παρελθόν ή το μέλλον. Τα αναλύω ξανά και ξανά. Τα θυμάμαι. Ξέρω πως δεν με ωφελεί κάπου αυτό, αλλά μου είναι δύσκολο να το σταματήσω. Δεν υπάρχει διακόπτης ON/OFF για τις σκέψεις. Ίσως θα έπρεπε, αλλά δεν υπάρχει.

Το να γράφεις βοηθάει, μου έχουν πει. Είναι αλήθεια. Όμως, από πού ξεκινάς; Πώς ν' αρχίσεις να εξηγείς τι συμβαίνει, όταν δεν έχεις καν καθαρή σκέψη; Οι σκέψεις μπαίνουν σε κουτάκια. Τις βάζεις εκεί και δεν τις ενοχλείς για να μην σε ενοχλούν. Αυτό θα ήταν το σωστό.

Δεν τις βάζω σε κουτάκια. Τις έχω ελεύθερες. Νόμιζα πως αυτό θα ήταν καλύτερο, αλλά όπως στην κοινωνία, έτσι και στο σώμα σου πρέπει να συμπεριφέρεσαι βάσει κάποιων νόμων, αλλιώς θα επικρατήσει το χάος. Θέλει πανίσχυρο και καλά ακονισμένο μυαλό. Το έχω; Όχι σε αυτή τη φάση.

Αν το είχα, δεν θα καθόμουν να γράφω τις σκέψεις μου σε μία οθόνη και να τις δημοσιεύω στο λιγότερο δυνατό ασφαλές ημερολόγιο που υπάρχει. Αν το είχα, έστω και λίγο, θα τα έγραφα κάπου αλλού. Τι λόγο έχω να ξεδιπλώνω τις σκέψεις μου σε κάθε λογής αναγνώστη εκεί έξω; Ποιοι είναι αυτοί οι άνθρωποι; Τι έχουμε να κερδίσουμε ο ένας απ' τον άλλον;

Το παρόν είναι το μόνο ουσιαστικό πράγμα που έχω και το σπαταλάω έτσι. Προφανώς δεν είναι το μυαλό μου στη θέση του. Είναι πάνω απ' το κεφάλι μου. Ίσως το φέρουν πίσω οι λέξεις. Ίσως όχι. Όχι δηλαδή, μιας κι είναι δοκιμασμένη συνταγή.

Απλώς υπάρχει ένα θετικό σε όλο αυτό. Αισθάνομαι πιο αληθινά το σώμα μου, με κάθε γράμμα που πληκτρολογώ κι εμφανίζεται στην οθόνη.

Όλο αυτό το παραλήρημα θα μπορούσε να γίνει προφορικά. Μ' ένα τηλέφωνο σε κάποιο αγαπημένο πρόσωπο. Μ' έναν φίλο που συναντώ έξω και μοιραζόμαστε νέα και σκέψεις. Γιατί γίνεται από εδώ; Ίσως γιατί η στιγμή που συμβαίνει είναι ακατάλληλη. Ίσως να ξέρω κάποια πράγματα που με προσγειώνουν απότομα και δεν μ' αφήνουν να κυνηγήσω μία ουσιαστική ακρόαση.

Το γραπτό είναι απλά πιο ήσυχο. Αν θέλεις το διαβάζεις, αν δεν θες το προσπερνάς. Ο προφορικός λόγος καμιά φορά μοιάζει με προσταγή. Από ένα σημείο κι ύστερα, πολλοί αισθάνονται κάποιες φωνές ως βάρος που είναι υποχρεωμένοι να κουβαλήσουν. Το βρίσκω σαν μια μορφή βίας. Μπορεί να μην είναι. Αλλά σίγουρα, αν το σκεφτείς, θα εντοπίσεις πού και πότε συμβαίνει και τότε αποζητάς απλώς μια πιο αθόρυβη λύση.

Στρέφω τη βία της φωνής μου στην οθόνη. Πληκτρολογώντας κάθε λέξη, δεν αφήνω τη φωνή μου να ενοχλήσει κανέναν εξωτερικά. Μα εσωτερικά καίνε. Καίνε τα δάχτυλά μου, καίνε τα σωθικά μου, καίνε το κεφάλι μου. Βράζει.

Δεν είμαι σίγουρη τι να κάνω με αυτό. Η εικόνα είναι ότι αυτοπυρπολούμαι. Ότι πατάω τη σκανδάλη κι ανατινάζω το μυαλό μου. Αλλά δεν ήθελα να είναι αυτή η εικόνα το παρόν μου. Έχει μείνει λογική, τόση, όση να μην με αφήσει να κάνω ουσιαστικό κακό.

Είναι πολλά τα πράγματα που έχω να πω. Δεν θα μπορούσα να τα πω με μια ανάσα. Ούτε μου φαίνεται σωστό να συνεχίσω να γράφω σελίδες και σελίδες μέχρι να συνειδητοποιήσω ότι αυτό που έγραψα είναι βιβλίο. Δε νομίζω πως θα ήθελα να εκδωθώ.

Από την άλλη, δημοσιεύω τα γραπτά μου οπότε υποθέτω είμαι υποκρίτρια. Δεν φαίνεται να ενοχλεί κανέναν που υποκρίνομαι. Μάλλον επειδή όλοι λίγο-πολύ κάνουν το ίδιο. Δεν μπορείς να κρίνεις αυστηρά κάτι που ήδη κάνεις και σε γεμίζει ενοχές. Θα ήταν δύσκολο για τον καθένα. Καταλαβαίνω.

Ίσως αυτό να 'ναι το βασικό μου πρόβλημα. Καταλαβαίνω. Γίνεται να καταλάβεις κάτι αν δεν το αναλύσεις; Δε νομίζω. Όλα είναι πράξεις στο μυαλό, ακόμα και οι λέξεις. Ένα κι ένα, ίσον δύο λένε. Κι αν όχι;

Saturday, 23 May 2026

Δεν ξανά ταξίδεψα από τότε

Όταν αποφάσισα πως δεν αξίζει πια ν’ ασχολούμαι με τις ανάγκες των άλλων, μου τηλεφώνησε μία φίλη. Ήταν στην ίδια φάση μ’ εμένα, μου είπε τα νέα της, της είπα κι εγώ τα δικά μου και κανονίσαμε να κάνουμε διακοπές μαζί.

Πήγα να την βρω, ήπιαμε τον καφέ μας, κάναμε μία βόλτα με τ’ αμάξι, ήμασταν κι οι δύο απεριποίητες και ξυπόλυτες. Δεν είχε γεύση ο καφές.

Η ειλικρίνεια είχε δώσει τη θέση της σε κοφτά, ειρωνικά σχόλια. Κάθε φορά που ειπωνόταν ένα, άκουγα τα δόντια μου να τρίζουν. Δάγκωνα τη γλώσσα μου.

Θυμάμαι τα χέρια της στο τιμόνι, τα δαχτυλίδια που φορούσε, τα βραχιόλια, τα κολιέ. Ο αέρας φυσούσε κι έμπαινε απ’ τα παράθυρα. Τότε τα μαλλιά της ήταν μακριά, χωρίς άσπρες τρίχες, τα δικά μου κοντά αγορίστικα. Φορούσα ένα λινό, άσπρο φόρεμα με γαλάζιες ρίγες και πηγαίναμε να βάλουμε τα πόδια μας στη θάλασσα.

Ο αέρας έφερνε άμμο και αλάτι. Εκείνη σκούπιζε τα γυαλιά της με το πουκάμισο που φορούσε.

Δεν ήθελα να τη διακόψω. Έσκαβα την αμμουδιά με τα πόδια μου και περίμενα να σκάσει το επόμενο κύμα. Δεν έβλεπα τον ορίζοντα, ήμουν ανάσκελα και είχα τα μάτια κλειστά. Το μόνο που έβλεπα, ήταν μαύρες κηλίδες σ’ ένα λευκό φόντο που μου έκαιγε το μέτωπο.

Η μέρα που θα χωριζόμασταν είχε φτάσει. Πήγα να πάρω καφέ κι όταν η κοπέλα μου έδινε το ποτήρι, ακούμπησαν τα δάχτυλά μας. Η αίσθηση ήταν λες κι ακουμπούσα χαρτί. Μπήκαμε στο αμάξι και με άφησε στα λεωφορεία.

Μία ώρα περίμενα. Περιφερόμουν γύρω από το σταθμό καπνίζοντας το ένα τσιγάρο μετά απ’ το άλλο. Ο ιδρώτας έσταζε από τα μαλλιά μου. Ο αέρας μύριζε μπαγιάτικη τυρόπιτα και ζεστό καφέ. Με το μπουφάν έσκαγα, αλλά δεν το έβγαλα για να μην το κουβαλάω. Ήρθε το λεωφορείο και ανέβηκα.

Δεν ξανά ταξίδεψα από τότε.

Friday, 15 May 2026

Πώς είναι να είσαι αντικείμενο: Μία λογοτεχνική προσέγγιση

Είναι να υπάρχεις, χωρίς να σε ρωτά κανείς πώς νιώθεις

Να σε μετακινούν, να σε κοιτούν, να σε χρησιμοποιούν, να σε ξεχνούν και όλα αυτά να συμβαίνουν πάνω σου, ποτέ μαζί σου

Δεν έχεις φωνή, μόνο επιφάνεια

Κουβαλάς τα ίχνη των άλλων: δάχτυλα, βλέμματα, ανάγκες

Κάποια στιγμή αρχίζεις να αναρωτιέσαι αν υπήρξες ποτέ κάτι περισσότερο από αυτό που έβλεπαν οι άλλοι

Ίσως το πιο ανθρώπινο πράγμα που μπορείς να έχεις, είναι η υπομονή

Μένεις εκεί, ακίνητος ενώ οι άνθρωποι ξεχνούν πόσο βίαιο είναι να χρησιμοποιείς κάτι χωρίς να το κοιτάς

Τα αντικείμενα συχνά γίνονται αποθήκες ανθρώπινης προβολής

Ένα δαχυλίδι γίνεται υπόσχεση
Ένα σπίτι γίνεται μνήμη
Ένα σώμα γίνεται τρόπαιο, επιθυμία ή ιδιοκτησία

Δεν μιλάς. Η δύναμή σου βρίσκεται ακριβώς στο ότι οι άλλοι μιλούν πάνω σου
 
Αλλά έχεις και μία σχεδόν μεταφυσική αντοχή

Δεν χρειάζεται να αποδείξεις τίποτα

Δεν εξηγείς, απλώς υπάρχεις

Δεν ζητάς τίποτα

Αυτό δημιουργεί μια παράξενη αξιοπρέπεια αλλά ταυτόχρονα την αναπόφευκτη τραγωδία.

Saturday, 9 May 2026

Η έλξη που ασκεί η καταστροφή: γιατί οι άνθρωποι χαζεύουν δυστυχήματα, εγκλήματα και προσωπικές καταρρευσεις.

Σήμερα, είπα να αναπτύξω ένα θέμα το οποίο έχει ριζώσει βαθιά μέσα στο μυαλό μου. Ως κηπουρός της σκέψης μου, οφείλω να διατηρώ τον χώρο καθαρό και δίχως άρρωστα φυτά. Ως εκ τούτου, δεν πρόκειται να μιλήσω ως παρατηρητής των ανθρώπων, ούτε να ηθικολογήσω, ή να δαιμονοποιήσω τους ανθρώπους και την κοινωνία. Αυτά, μου τελείωσαν με το τέλος της εφηβείας. Σήμερα θα αποκαλύψω κάτι που ξέρω πως υπάρχει σε όλους. Την έλξη που μας ασκεί η καταστροφή.

Η μακάβρια περιέργεια είναι, γενικά μιλώντας, η έλξη που νιώθουν οι άνθρωποι προς θέματα που αφορούν τον θάνατο, τη βία τον κίνδυνο ή εν πάσει περιπτώσει, το τρομακτικό. Παρ' όλο που μπορεί να ακούγεται άσχημη, αποτελεί κοινό και φυσιολογικό χαρακτηριστικό με βαθιές ψυχολογικές και εξελικτικές ρίζες.

Γιατί συμβαίνει αυτό;

Υπάρχουν κάποιοι βασικοί λόγοι, αλλά προσπάθησα να τους συμπυκνώσω όσο μπορούσα ώστε να τους απλοποιήσω. Πρώτα απ' όλα, η επιβίωση. Η παρατήρηση επικίνδυνων καταστάσεων βοηθούσε τους προγόνους μας να μάθουν να αποφεύγουν πιθανές απειλές χωρίς να κινδυνεύσουν οι ίδιοι. Ο εγκέφαλός μας εξελίχθηκε σε συνθήκες όπου η παράλειψη ενός κινδύνου είχε πολύ πιο ολέθριες συνέπειες από την παράλειψη μίας ευκαιρίας.Αυτό το ένστικτο επιβίωσης, μας βοήθησε να εξελιχθούμε. Ορίστε λοιπόν, ένας λόγος.

Δεύτερον, ας μιλήσουμε για την εκτόνωση μέσω των συναισθημάτων. Η επαφή με το μακάβριο ή το επικίνδυνο, μέσα από ένα ασφαλές περιβάλλον (π.χ. μία ταινία τρόμου, ή ένα βίντεο) μας επιτρέπει την εκτόνωση του φόβου και της αδρεναλίνης, χωρίς πραγματικό ρίσκο. Σε περιπτώσεις που δεν κινδυνεύουμε άμεσα οι ίδιοι, ο εγκέφαλός μας δυσκολεύεται να αποστρέψει το βλέμμα γιατί προσπαθεί να "προσωμοιώσει" το σενάριο ώστε να είναι έτοιμος στο μέλλον. Αυτός ο κύκλος στρες και μετέπειτα ανακούφισης, είναι κάτι σαν ναρκωτικό για τον εγκέφαλο. Μπορεί να γίνει εθιστικός. Αυτό δεν είναι εικασία, είναι γεγονός.

Τρίτον, το μυστήριο του θανάτου σε συνδυασμό με την ανθρώπινη περιέργεια, μας βοηθά να εξερευνήσουμε κατά κάποιον τρόπο το άγνωστο και να συμφιλιωθούμε με την ίδια μας την θνητότητα και την ευθραυστότητα της ύπαρξής μας στον κόσμο. Πώς γίνεται όμως αυτό; Συχνά πέφτουμε στην παγίδα να συγκρίνουμε υποσυνείδητα την ζωή μας με τα "τέλεια" προφίλ των διασήμων κάτι που σε γενικές γραμμές μπορεί να προκαλέσει άγχος και χαμηλή αυτοεκτίμηση. Το να είναι κανείς μάρτυρας της αποτυχίας τους συχνά μειώνει αυτό το αίσθημα κατωτερότητας. Παρακολουθώντας την πτώση τους προσπαθούμε υποσυνείδητα να πάρουμε απαντήσεις για το δικό μας τέλος.

Φυσικά, υπάρχει και η σωματική διέγερση. Όταν ένας άνθρωπος σοκάρεται, εκκρίνει ο εγκέφαλος του ντοπαμίνη προσφέροντας μία έντονη αίσθηση διέγερσης που πολλοί βρίσκουν ελκυστική. Αυτό, για εμένα τουλάχιστον είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον φαινόμενο, καθώς ο εγκέφαλός μας μπερδεύει τα σήματα της διέγερσης. Υπάρχουν τα συμπτώματα του φόβου (ταχυκαρδία, τρέμουλο, εφίδρωση) και μοιάζουν πολύ με αυτά του έντονου ενθουσιασμού ή της ερωτικής έλξης. Μπορούν να κάνουν κάποιον να νιώσει ζωντανός, απλά παρακολουθώντας κάτι ακραίο. Αυτό το μπέρδεμα, είναι επίσης ο λόγος που πολλοί άνθρωποι αρέσκονται στα extreme sports, ή τις ταινίες τρόμου. Το σώμα νιώθει τον κίνδυνο, αλλά ο εγκέφαλος (γνωρίζοντας ότι είναι ασφαλής) το μεταφράζει αυτό σε ευχαρίστηση.

Η σκληρή αλήθεια είναι πως: η ανθρώπινη τραγωδία πουλάει.

Ο Thomas Hobbes, είχε εξηγήσει κάπου ότι η έλξη που νιώθουμε για την καταστροφή δεν πηγάζει από κακία, αλλά από μία σύνθετη αλληλεπίδραση χαράς και λύπης.

Στην φιλοσοφία του, οι άνθρωποι είναι φύσει ανταγωνιστικοί, δηλαδή ζητούν συνέχεια την υπεροχή. Η πτώση ενός άλλου, ειδικά ενός ισχυρού, μειώνει την απειλή που αντιπροσωπεύει και μας κάνει να νιώθουμε δυνατότεροι, ή πιο "σταθεροί".

Ένας άλλος μεγάλος φιλόσοφος που όλοι γνωρίζετε, ο Friedrich Nietzsche υποστήριζε ότι η έλξη προς την καταστροφή και τον πόνο των άλλων είναι κάτι πολύ πιο βαθύ από την απλή περιέργεια. Υποστήριζε, ότι η παρακολούθηση της καταστροφής είναι μία επαφή με το Διονυσιακό στοιχείο, το χάος, την καταστροφή και την αέναη αλλαγή. Είναι η στιγμή που ο άνθρωπος κοιτάζει το βάραθρο συνειδητοποιώντας ότι η ζωή είναι αλληλένδετη με τον πόνο. Δεν μπορώ να διαφωνήσω μ' αυτό.

Συνοψίζοντας, θα ήθελα να πω πως η έλξη που ασκεί η καταστροφή πάνω μας δεν είναι κάποιο σφάλμα του ανθρώπου, ούτε μία διεστραμμένη ανωμαλία της σύγχρονης κοινωνίας. Είναι ένας καθρέφτης. Ένας καθρέφτης που αντανακλά τον φόβο μας απέναντι στον θάνατο, την ανάγκη μας να επιβιώσουμε, να συγκριθούμε, να νιώσουμε ασφαλείς, ακόμη και να αισθανθούμε ζωντανοί μέσα από τον κίνδυνο των άλλων. Ίσως τελικά να μην χαζεύουμε την καταστροφή μόνο επειδή μας σοκάρει, αλλά επειδή μας υπενθυμίζει κάτι που περνάμε όλη μας τη ζωή προσπαθώντας να ξεχάσουμε: πως κάτω από την ψευδαίσθηση του ελέγχου, της σταθερότητας και της τάξης, η ανθρώπινη ύπαρξη παραμένει εύθραυστη, προσωρινή και χαοτική. Και ίσως γι’ αυτό ακριβώς δεν μπορούμε να πάρουμε το βλέμμα μας από πάνω της