Saturday, 23 May 2026

Χωρίς παραλήπτη

Όταν αποφάσισα πως δεν αξίζει πια ν’ ασχολούμαι με τις ανάγκες των άλλων, μου τηλεφώνησε μία φίλη. Ήταν στην ίδια φάση μ’ εμένα, μου είπε τα νέα της, της είπα κι εγώ τα δικά μου και κανονίσαμε να κάνουμε διακοπές μαζί.

Πήγα να την βρω, ήπιαμε τον καφέ μας, κάναμε μία βόλτα με τ’ αμάξι, ήμασταν κι οι δύο απεριποίητες και ξυπόλυτες. Δεν είχε γεύση ο καφές.

Η ειλικρίνεια είχε δώσει τη θέση της σε κοφτά, ειρωνικά σχόλια. Κάθε φορά που ειπωνόταν ένα, άκουγα τα δόντια μου να τρίζουν. Δάγκωνα τη γλώσσα μου.

Θυμάμαι τα χέρια της στο τιμόνι, τα δαχτυλίδια που φορούσε, τα βραχιόλια, τα κολιέ. Ο αέρας φυσούσε κι έμπαινε απ’ τα παράθυρα. Τότε τα μαλλιά της ήταν μακριά, χωρίς άσπρες τρίχες, τα δικά μου κοντά αγορίστικα. Φορούσα ένα λινό, άσπρο φόρεμα με γαλάζιες ρίγες και πηγαίναμε να βάλουμε τα πόδια μας στη θάλασσα.

Ο αέρας έφερνε άμμο και αλάτι. Εκείνη σκούπιζε τα γυαλιά της με το πουκάμισο που φορούσε.

Δεν ήθελα να τη διακόψω. Έσκαβα την αμμουδιά με τα πόδια μου και περίμενα να σκάσει το επόμενο κύμα. Δεν έβλεπα τον ορίζοντα, ήμουν ανάσκελα και είχα τα μάτια κλειστά. Το μόνο που έβλεπα, ήταν μαύρες κηλίδες σ’ ένα λευκό φόντο που μου έκαιγε το μέτωπο.

Η μέρα που θα χωριζόμασταν είχε φτάσει. Πήγα να πάρω καφέ κι όταν η κοπέλα μου έδινε το ποτήρι, ακούμπησαν τα δάχτυλά μας. Η αίσθηση ήταν λες κι ακουμπούσα χαρτί. Μπήκαμε στο αμάξι και με άφησε στα λεωφορεία.

Μία ώρα περίμενα. Περιφερόμουν γύρω από το σταθμό καπνίζοντας το ένα τσιγάρο μετά απ’ το άλλο. Ο ιδρώτας έσταζε από τα μαλλιά μου. Ο αέρας μύριζε μπαγιάτικη τυρόπιτα και ζεστό καφέ. Με το μπουφάν έσκαγα, αλλά δεν το έβγαλα για να μην το κουβαλάω. Ήρθε το λεωφορείο και ανέβηκα.

Δεν ξανά ταξίδεψα από τότε.

No comments:

Post a Comment

Χωρίς παραλήπτη

Όταν αποφάσισα πως δεν αξίζει πια ν’ ασχολούμαι με τις ανάγκες των άλλων, μου τηλεφώνησε μία φίλη. Ήταν στην ίδια φάση μ’ εμένα, μου είπε τα...