Ανεβαίνω στο τρένο και πάω. Φίλοι που κάποτε είχαμε κάτι να πούμε, έρχονται και πιάνουν ένα τραπέζι μέσα στο καφενείο της σκέψης μου.
«Θα έβαζα στοίχημα πως θα μου έλεγες για τη νέα σου δουλειά».
Σωπαίνω. Καρφώνω το βλέμμα μου στα πόδια του κάτω απ' το τραπέζι. Τρέμουν νευρικά.
«Γιατί να σου έλεγα; Ρώτησες τους τελευταίους μήνες πώς είμαι; Αν ζω ή αν πέθανα;»
Γελάει.
«Έλα μωρέ. Δεν προλαβαίνω. Ξέρεις πώς είναι. Μεγαλώσαμε».
Η αλήθεια είναι πως δεν ξέρω για τι πράγμα μιλάει.
Προχωράω. Ο ήλιος έχει στρογγυλοκαθίσει στο σβέρκο μου. Τα μάγουλά μου καίνε, ιδρώτας στάζει από το πάνω χείλος μου, τα μαλλιά μου έχουν μουσκέψει.
Το τρένο συνεχίζει τη διαδρομή του. Κάποιοι άνθρωποι κατεβαίνουν. Κάποιοι συνεχίζουν. Σκουπίζω τον ιδρώτα και αλλάζω θέση. Από την άλλη πλευρά του παραθύρου έχει σκιά.
Δεν με νοιάζει πια πού πάει. Εναποθέτω όλη την πίστη που μου έχει απομείνει στη δύναμη της μηχανής.